Ο κριτικός ρεαλισμός διαμορφώθηκε κατά τον 19ο αιώνα μέσα από τη συμβολή θεωρητικών και δημιουργών από διαφορετικά επιστημονικά και καλλιτεχνικά πεδία. Κοινό χαρακτηριστικό των προσεγγίσεων αυτών υπήρξε η υπέρβαση μιας αμιγώς περιγραφικής αντίληψης του ρεαλισμού, με έμφαση στην ερμηνεία και την κριτική της κοινωνικής πραγματικότητας. Σημαντική υπήρξε η συμβολή της ευρωπαϊκής ρεαλιστικής πεζογραφίας, καθώς συγγραφείς όπως οι Honoré de Balzac [Ωνορέ ντε Μπαλζάκ], Charles Dickens [Τσαρλς/Κάρολος Ντίκενς] και Λέων Τολστόι [Leo Tolstoy] ανέδειξαν τις κοινωνικές αντιθέσεις και τις ιστορικές μεταβολές της εποχής τους.
Ένας από τους σημαντικότερους θεωρητικούς του κριτικού ρεαλισμού υπήρξε ο György Lukács [Γκέοργκ Λούκατς]. Παράλληλα, στο πλαίσιο της μαρξιστικής λογοτεχνικής και πολιτισμικής θεωρίας, ο Antonio Gramsci [Αντόνιο Γκράμσι] διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των θεωρητικών εργαλείων με τα οποία ερμηνεύτηκαν οι σχέσεις ανάμεσα στην τέχνη, την ιδεολογία και την κοινωνική πραγματικότητα. Ιδιαίτερη σημασία απέκτησε η έννοια της «ηγεμονίας», μέσω της οποίας κατέδειξε ότι η αναπαράσταση της πραγματικότητας δεν είναι ποτέ πλήρως ουδέτερη, αλλά συνδέεται με ευρύτερους ιδεολογικούς και πολιτισμικούς μηχανισμούς.
Στον χώρο του θεάτρου, ο Bertolt Brecht [Μπέρτολτ Μπρεχτ], αν και περισσότερο γνωστός για το επικό θέατρο, συνδέεται συχνά με τις θεωρητικές αναζητήσεις του κριτικού ρεαλισμού. Μέσω της ανοικείωσης επιδίωξε την ενεργοποίηση της κριτικής σκέψης του κοινού, υποστηρίζοντας ότι το θέατρο οφείλει να αποκαλύπτει τις κοινωνικές αντιφάσεις και να λειτουργεί ως μέσο κριτικής κατανόησης της πραγματικότητας.
Σημαντικός εκφραστής του κριτικού ρεαλισμού στο αμερικανικό θέατρο υπήρξε ο Arthur Miller [Άρθουρ Μίλλερ], ο οποίος σε έργα όπως Ο θάνατος του εμποράκου [Death of a Salesman] (1949) ανέδειξε την αποξένωση του ατόμου και την κρίση του αμερικανικού ονείρου, ασκώντας κριτική στις κοινωνικές και οικονομικές δομές της μεταπολεμικής αμερικανικής κοινωνίας. Στη νεοελληνική δραματουργία, στοιχεία κριτικού ρεαλισμού εντοπίζονται στο έργο δημιουργών όπως οι Ιάκωβος Καμπανέλλης, Δημήτρης Κεχαΐδης, Γιώργος Σκούρτης, Μάριος Ποντίκας, Παύλος Μάτεσις και Κώστας Μουρσελάς.
Στη σύγχρονη σκηνή, ο κριτικός ρεαλισμός εκφράζεται στο έργο δημιουργών όπως η Caryl Churchill [Κάρυλ Τσέρτσιλ], η οποία στο έργο Κορίτσια καριέρας [Top Girls] (1982) εστίασε στις επιπτώσεις των κοινωνικών και οικονομικών μετασχηματισμών στις ζωές των γυναικών. Παράλληλα, ο σκηνοθέτης Ivo van Hove [Ίβο βαν Χόβε] αξιοποιεί στοιχεία κοινωνικής και πολιτικής κριτικής για να αναδείξει τις προβληματικές διαστάσεις της σύγχρονης κοινωνίας. Επιπλέον, ο κριτικός ρεαλισμός βρίσκει πρόσφορο εκφραστικό πεδίο στο σύγχρονο θέατρο τεκμηρίωσης, το οποίο επεξεργάζεται κριτικά την πραγματικότητα μέσω μαρτυριών, αρχειακού υλικού και άλλων τεκμηρίων.
Στην όπερα, ιδιαίτερα στη γερμανική λυρική σκηνή του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, ο κριτικός ρεαλισμός εκφράστηκε κυρίως μέσα από το έργο σκηνοθετών όπως οι Walter Felsenstein [Βάλτερ Φέλσενσταϊν], Joachim Hertz [Γιοακίμ Χερτς], Götz Friedrich [Γκετς Φρήντριχ], Harry Kupfer [Χάρρυ Κούπφερ] και η σκηνοθέτρια και διευθύντρια του Berliner Ensemble, Ruth Berghaus [Ρουθ Μπέργκχαους].
Σημειώνεται ότι ο όρος «κριτικός ρεαλισμός» επιβιώνει και στη σύγχρονη φιλοσοφία της επιστήμης μέσω του Roy Bhaskar [Ρόυ Μπασκάρ], όπου αποκτά διαφορετικό περιεχόμενο, συνδεόμενο με την κριτική του εμπειρισμού και του θετικισμού και με την έμφαση στην ιστορικότητα και τη μεσολαβημένη φύση της γνώσης.